Το συγκρότημα Spencer Davis Group, που προερχόταν από το Μπέρμινχαμ, ανακάλυψε το 1964, ο Chris Blackwell, ο ιδιοκτήτης της Island Records. Η εταιρεία ειδικευόταν στην κυκλοφορία δίσκων από την Τζαμάικα για τους μετανάστες από τις Δυτικές Ινδίες που ζούσαν στη Βρετανία, με ένα παρακλάδι με την ονομασία Sue, που έπαιρνε τα δικαιώματα για δίσκους rhythm’n’blues από ανεξάρτητες αμερικάνικες εταιρείες. Ο Blackwell είχε μόλις κάνει την παραγωγή μια διεθνούς επιτυχίας, του «My Boy Lollipop» με τη Millie, την οποία παραχώρησε στη Philips, και όταν βρήκε τους Spencer Davis Group, τους τοποθέτησε στη Philips επίσης.
Δημιουργώντας μπέρδεμα, η πιο σημαντική μορφή του συγκροτήματος δεν ήταν ο Davis, ένας φοιτητής του Πανεπιστημίου του Μπέρμινχαμ, που έπαιζε ρυθμική κιθάρα, αλλά ο δεκαεξάχρονος τραγουδιστής και οργανίστας Stevie Winwood. Η λεπτή και συναισθηματική φωνή του ακουγόταν ολόιδια με νεαρού μαύρου Αμερικανού και έπαιζε όργανο με την κλίση, το γούστο και την ενεργητικότητα του Ray Charles. Ως συνήθως, το μοναδικό εμπόδιο στην επιτυχία του συγκροτήματος προήλθε, όταν προσπάθησαν να μεταφράσουν την απήχηση των ζωντανών τους εμφανίσεων άμεσα σε δισκογραφική επιτυχία ηχογραφώντας διασκευές αμερικάνικων τραγουδιών rhythm’n’blues. Στο τέλος πάντως του 1965 άλλαξαν πορεία ηχογραφώντας το «Keep On Running», σύνθεση του Τζαμαϊκανού τραγουδιστή της Island, Jackie Edwards. Ο αδελφός του Stevie, Muff Winwood, έπαιζε ένα δυνατό riff στο μπάσο, που θα μπορούσε να έχει επηρεαστεί από τη γραμμή της κιθάρας του Keith Richard στην πρόσφατη επιτυχία των Stones «Satisfaction». Ο Stevie έπαιζε ένα απλό αλλά μεταδοτικό κιθαριστικό μοτίβο στο όργανο, ενώ ο Davis σφυροκοπούσε σαν μανιακός κάθε τέταρτο του μέτρου στη ρυθμική κιθάρα (εύρημα κλεμμένο από την εκτέλεση του Edwards).
Το «Somebody Help Me» επανέλαβε τη συνταγή και πήγε επίσης στην κορυφή του βρετανικού καταλόγου των επιτυχιών, αλλά, όταν ο Stevie επέστρεψε στο όργανό του και το συγκρότημα άρχισε να γράφει το δικό του υλικό, έφτασαν επικίνδυνα κοντά στο να ακούγονται σαν μια λευκή παρωδία των soul δίσκων της Stax με τους Sam and Dave και τον Otis Redding.
Για την τελευταία τους επιτυχία «Ι'm a Man» (1967), ο Chris Blackwell έφερε
τον Jimmy Miller από τη Ν. Υόρκη, για να κάνει την παραγωγή του δίσκου στο Λονδίνο, και ο Miller έμεινε
για να δουλέψει και με άλλους Βρετανούς καλλιτέχνες όπως οι Rolling Stones, που τον χρησιμοποίησαν σαν παραγωγό στους καλυτέρους δίσκους τους Beggar’s Banquet (1968), Let It Bleed (1969),
Exile On the Main Street (1972) και Goat’s Head Soup
(1973). Εν τω μεταξύ, o Stevie Winwood έφυγε, για να σκαρώσει ένα μείγμα
jazz και folk σαν μέλος
των Traffic, με τον Miller σαν παραγωγό.
0 comments:
Post a Comment
Note: Only a member of this blog may post a comment.