Οι Lambchop είναι ένα πολυμελές group από το Nashville του Τενεσί. Κεντρική φυσιογνωμία ο τραγουδιστής και τραγουδοποιός Kurt Wagner, ένας σπάνιος τεχνίτης μελωδικών κομψοτεχνημάτων που μπορεί να φέρνει στο νου groups όπως οι Pearls Before Swine. Ένας τροβαδούρος της αμερικανικής απεραντοσύνης χαμηλόφωνος αλλά υποβλητικός, που εντάσσεται στην παράδοση του Neil Young, του Bob Dylan, του Randy Newman και ακολουθεί βίο παράλληλο με τον Will Oldham.
Το ντεμπούτο άλμπουμ τους “I Hope You’re Sitting Down”
κυκλοφόρησε στις αρχές του 1994. Τόσο
σε εκείνο όσο και σε μεταγενέστερες δουλειές, όπως το “How I Quit Smoking”
(1996) και το “Thriller” (1997), οι country χρώματος μπαλάντες εναλλάσσονταν με τις ηλεκτρικές
εξωτερικεύσεις, με στόχο μια σύγχρονη πρόταση αμερικανικής λαϊκής μουσικής,
ένα “Νέο Ήχο του Nashville”.
To
“What Another Man Spills”
(1998), ένα χρονικό κοινοποίησης
προσωπικών στιγμών, γλυκιάς μινι- μαλιστικής ομορφιάς και λατρείας για το λεπτομερές
και το εύθραυστο, φλέρταρε τολμηρά με τη soul.
Σε αντίστοιχη κατεύθυνση κινήθηκε και
το “Nixon”
(2000), ένα σκωπτικό άλμπουμ, εμπνευσμένο
από τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ. Το 2002 κυκλοφόρησε το “Is A Woman”. Χαμηλόφωνα φωνητικά —σχεδόν μουρμουρητά—, βαρύθυμες
πιανιστικές φράσεις, αργόσυρτες, διαβρωτικές μελωδίες, στοιχειωμένη χορωδιακή
συνοδεία και πινελιές από σαξόφωνο και βιμπράφωνο ήταν λίγες μόνο από τις
συνισταμένες του ηχητικού μωσαϊκού πάνω στο οποίο στροβιλίζονταν αργά, μεθυστικά
τα τραγούδια του — με αποτέλεσμα, πριν περάσει πολλή ώρα, να αντιλαμβάνεσαι ότι
βρίσκεσαι όχι αντίκρυ τους αλλά ανάμεσά τους.
Στην ηχογράφηση των “Aw C’Mon!”/“No You C’Mon!”
(2004) το συγκρότημα έφτασε τα
13 μέλη και πλαισιώθηκε από τους περίτεχνους ήχους του συνόλου εγχόρδων “Nashville String Machine”, το οποίο συμμετέχει σε country & western ηχογραφήσεις από τη δεκαετία του ’70. Τις
ενορχηστρώσεις υπέγραψε ο Lloyd Barry, αποδίδοντας ένα λεπτεπίλεπτο και υποβλητικό αποτέλεσμα,
αντίστοιχο με εκείνο που είχε επιτύχει ο Robert Kirby στο “Bryter Layter”
(1970) του Nick Drake.
Η ιδέα γι’ αυτή τη δίδυμη δισκογραφική
κυκλοφορία προέκυψε όταν ο Wagner αποφάσισε να πειραματιστεί με μια νέα μορφή
συνθετικής πειθαρχίας, που απαιτούσε την ολοκλήρωση ενός διαφορετικού
τραγουδιού κάθε ημέρα για μια σειρά από αρκετά μεγάλα συνεχόμενα χρονικά
διαστήματα μεταξύ του καλοκαιριού του 2002 και του χειμώνα του 2003. Από το
πολύ υλικό που αποθησαυρίστηκε ανθολογήθηκαν τα 24 τραγούδια και instrumental συνθέσεις των “Aw C’Mon!”/”Nο You C’Mon!”, ένα μέρος από τα οποία αξιοποιήθηκε και ως
σάουντρακ για την προβολή του φιλμ του βωβού κινηματογράφου “Sunrise” (1927) στο San Francisco International Film Festival του 2003- Τα δύο άλμπουμ είχαν παραπλήσια αισθητική ταυτότητα
—ένα χαρμάνι από εναλλακτική country,
Philly-soul, indie-rock, ανάλαφρα
βαλσάκια, ενδοσκοπικές μπαλάντες, punk ξεσπάσματα
και doo wop δοκιμές—, αλλά το “No You C’Mon!” σε σχέση
με την ελαφρώς πιο σκοτεινή διάθεση του “Aw C’Mon!” έχει
πιο up-tempo και εξωστρεφή χαρακτήρα.
Τα επόμενα χρόνια συνέχισαν να ηχογραφούν με όχι την ίδια εμπορική επιτυχία. To πιο πρόσφατo album τους έχει τίτλο "The Bible" και κυκλοφόρησε στις 30 Σεπτεμβρίου του 2022.
0 comments:
Post a Comment
Note: Only a member of this blog may post a comment.